ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ...

2020-08-26

Αρχιμ. Χρυσοστόμου Μαϊδώνη

Ἐξετάζοντας τό θέμα τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ ὡς πρότυπου ἡγέτη θά παρουσιάσουμε στή συνέχεια τίς θέσεις τοῦ Ἁγίου γιά τήν ἐξουσία τή σχέση του μέ τήν ἐξουσία τῆς ἐποχῆς καί περιστατικά μεταξύ τοῦ Ἁγίου καί τῶν πολιτικῶν.

1. Οἱ σχέσεις τοῦ Ἁγίου μέ τούς ἄρχοντες τῆς ἐποχῆς του

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς πῆρε ἄδεια κατ' ἀρχάς ἀπό τόν Πατριάρχη νά ἔχει δικαίωμα καί τήν εὐλογία νά διδάσκει καί νά κηρύττει καθ΄ ἅπασα τήν δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, καί μετά ἔλαβε ἄδεια καί ἀπό τόν Σουλτάνο νά μή τόν ἐμποδίζουν πασᾶδες καί μπέηδες.

Ὅταν πήγαινε σέ ἕνα τόπο ὑπέβαλε τά σεβάσματα του καί στόν τοπικό ἄρχοντα καί στόν Χότζα. «Συνήθειαν εἶχεν ὁ Ἅγιος, ὅπου καί ἄν πήγαινε διά νά διδάξη, νά παίρνη πρῶτον τήν ἄδειαν ἀπό τόν Αρ­χιερέα τοῦ τόπου ἤ άπό τούς ἐπιτρόπους του∙ ὁμοίως νά στέλλη ἀνθρώπους χριστιανούς νά παίρνουν τήν ἀτήν ἄδειαν καί ἀπό τούς ἐξωτερικούς ἐξουσιαστάς, καί οὕτως ἐκήρυττεν ἀνεμποδίστως».

Δημόσια δέν κατηγόρησε, οὔτε καταφέρθηκε κατά τῶν Τούρκων κατακτητῶν. Ἀντίθετα «προέτρεπε τούς χριστιανούς καί νά φυλάττουν ἀλήθειαν καί ἐμπιστοσύνην πρός τούς ἐξουσιαστάς, ὅπου τούς ἔδωκεν ὁ Θεός».

α. Ἀλῆ-Πασᾶ. Διατηροῦσε καλές σχέσεις μέ τόν Ἀλῆ-πασᾶ, ὁ ὁποῖος τόν σεβόταν. Ἦταν ἔτοιμος ὁ Ἀλῆ-πασᾶς νά κάψει τό χριστιανικό χωριό Χόρμοβο, ὅταν οἱ χριστιανοί ζήτησαν τήν παρέμβαση τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ. Παρενέβη ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς καί τό ἔσωσε τό χωριό. Τότε γνωρίσθηκε μέ τόν Ἀλῆ πασᾶ. Ἐκεῖνος ἐκτίμησε τήν προσωπικότητα τοῦ Ἁγίου καί τόν κάλεσε καί τόν φιλοξένησε στό σπίτι τῆς μάνας του, τῆς Χάμκως, στό Τεπελένι.

Ἐκεῖ τόν ρώτησε, ἄν θά γίνει Πασᾶς. Ὁ Ἅγιος τοῦ εἶπετά ἑξῆς προφητικά λόγια «θὰ γίνης μεγάλος ἄνθρωπος θὰ κυριεύσης ὅλη τὴν Ἀρβανιτιά, θὰ ὑποτάξης τὴν Πρέβεζαν, τὴν Πάργα, τό Σούλι, τό Δέλβινο, τό Γαρδίκι καὶ αὐτό τό τάχτι τοῦ Κοὺρτ πασᾶ∙ θ' ἀφήσης μεγάλο ὄνομα στὴν οἰκουμένη. Αὐτή εἶνε ἡ θέλησις τῆς θείας προνοίας. Ἐνθυμοῦ ὅμως εἰς ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐξουσίας σου νὰ ἀγαπᾶς, νὰ ὑπερασπίζεσαι τοὺς χριστιανούς, ἂν θέλης νὰ μείνη ἡ ἐξουσία στοὺς διαδόχους σου». Ὅταν δὲ ὁ νεαρός ἐπρόκειτο ν' ἀποχωρισθεῖ ἀπό τόν Ἅγιο Κοσμᾶ, ρώτησε καί πάλι γιά τό μέλλον του, καί συγκεκριμένα, ἄν θά φθάσει στήν Κωνσταντινούπολη. Καί ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ἀπήντησε: «Καὶ στὴν Πόλη θὰ πᾶς, μὰ μὲ κόκκινα γένεια». Προφητικός ἦτο ὁ λόγος αὐτός τοῦ Ἁγίου, τόν ὁποῖον δέν κατενόησεν ὁ νεαρός. Ὁ Ἀλῆ-πασᾶς, κηρυχθείς ἐν τέλει ἐχθρός τοῦ σουλτάνου, ἀπεκεφαλίσθη, ἡ δὲ κεφαλὴ αὐτοῦ αἱματόβρεχτος ἐστάλη εἰς τὴν Πόλιν ὡς δῶρον εἰς τόν σουλτάνον. Ὄντως ἐπῆγεν εἰς τὴν Πόλην μὲ κόκκινα γένεια. Νεκρὸς καὶ ἠτιμασμένος».

Ἐξέδωσε φιρμάνι γιά ἐλεύθερη διακίνηση τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ στό δοβλέτι του.

Μετά τό μαρτύριο του ὁ Ἀλῆ Πασᾶς ἔκτισε τόν Ναό τοῦ Ἁγίου στόν τόπο τοῦ μαρτυρίου στό Κολικόντασι.

Ἐπίσης διοργάνωσε ὑποδοχή τοῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου στά Ἰωάννινα καί τόν τίμησε ὡς ἅγιο.

β. Κούρτ-Πασᾶ. Χαρακτηριστική ὅμως καί ἡ φιλία του μέ τόν Κούρτ Πασᾶ τοῦ Μπερατίου, «ὁ ὁποῖος ώς λέγουσι, τοῦ τό ἐκατασκεύασεν ώσάν θρονί ὁ Κούρτ Πασᾶς, εἰς αὐτό ἀναβαίνοντας ἐδίδασκε». Βέβαια ὁ ἴδιος ὁ Κούρτ Πασᾶς πού τόν συμπαθοῦσε ὅταν πληρώθηκε ἀπό τούς Τούρκους κρέμασε τόν Ἅγιο.

γ. Σουλτάνο Μουσταφᾶ. Ὁ ἴδιος παραινέβη στόν Σουλτάνο Μουσταφᾶ καί ἔσωσε τόν Ἑλληνισμό ἀπό τόν ἐξανδραποδισμό. Εἷναι γνωστό ὅτι μετά τά Ὀρλωφικά «ὁ Σουλτάνος Μουσταφᾶς ὁ Δ΄ ἀποφάσισε νά μετακινήσει ὁλόκληρο τό Ἑλληνικό Γένος ἀπό τή Βαλκανική καί νά τό «μεταφέρει στή Μεσοποταμία». Στόν δέ Ἑλλαδικό χῶρο θά ἐγκαθιστοῦσε «ἄγριες φυλές Ἀβασγούς, Κιρκασίους καί Κούρδους» (σ.33). Ὁ Πατριάρ­χης μαζί μέ τόν Ἅγιο Κοσμᾶ ἐπενέβησαν καί ματαιώθηκε αὐτός ὁ «ἐξανδραποδισμός» τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους.

· Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς γιά τούς πολιτικούς

  • Τό σκαμνί τοῦ πατροκοσμᾶ διδάσκει βασιλεῖς

«Ἐτοῦτος ὁ τάφος ἔχει ἐξουσίαν νὰ διδάξη βασιλεῖς, πατριάρχας, ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς, ἄνδρας καὶ γυναίκας, νέους καὶ γέροντας καὶ ὅλον τὸν κόσμον».

  • Συμβουλές στούς προεστούς

«Οἱ προεστοὶ ὁποὺ εἶσθε εἰς χωρία, ἂν θέλετε νὰ σωθῆτε, πρέπει νὰ ἀγαπᾶτε ὅλους τοὺς χριστιανοὺς καθὼς καὶ τὰ παιδιά σας, καὶ νὰ ρίχνετε τὰ χρέη κατὰ δύναμιν ἑκάστου, καὶ νὰ μὴ κάμνετε φιλοπροσωπείαν».

  • Οἱ προεστοί νά ἐνδιαφέρονται γιά τά σχολεῖα

«Τίμιοι προεστῶτες, νά συμβουλεύετε τὰ εὐλογημένα μας ἀδέλφια νὰ στερεώνωσι καὶ νὰ βάνωσιν εἰς κάθε χωρίον σχολεῖον, νὰ μανθάνουν τὰ παιδιὰ γράμματα, νὰ γνωρίζουν τὸ καλὸν καὶ τὸ κακόν».

  • Εὔχεται γιά τούς ἄρχοντες

«Καὶ νὰ παρακαλῆτε ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, νὰ ζοῦν πολὺν καιρὸν οἱ προεστοὶ τῆς χώρας σας, νὰ τοὺς φωτίση ὁ Θεὸς νὰ σᾶς κοιτάζουν καλά, ὅτι ὁ προεστὼς εἶνε ὡσὰν πατέρας».

  • Οἱ ἱερεῖς νά μή ἀναλαμβάνουν πολιτική ἐξουσία

«Καὶ οἱ ἱερεῖς πρέπει νὰ μὴ γίνωνται γκοτζαμπάσηδες, νὰ μὴ γίνωνται καπεταναραῖοι».

  • Ὁ ἱερεύς ἀνώτερος ἀπό τόν βασιλέα

«Ἄν τύχη ἕνας ἱερεὺς καὶ ἕνας βασιλεύς, τὸν ἱερέα νὰ προτιμήσῃς».

«Ἐὰν ἀπαντῶ ἕνα παπὰ καὶ ἕνα βασιλέα, μὲ φαίνεται εὔλογον τὸν παπὰ νὰ βάλω νὰ καθήση ὑψηλότερα ἀπὸ τὸν βασιλέα».

· Ἡ πολιτική κατάσταση τοῦ Γένους

Τριακόσιους χρόνους μετὰ τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ μᾶς ἔστειλεν ὁ Θεὸς τὸν ἅγιον Κωνσταντῖνον καὶ ἐστερέωσε βασίλειον χριστιανικόν· καὶ τὸ εἶχαν χριστιανοὶ τὸ βασίλειον 1150 χρόνους. Ὕστερον τὸ ἐσήκωσεν ὁ Θεὸς ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς καὶ ἔφερε τὸν Τοῦρκον καὶ τοῦ τὸ ἔδωσε διὰ ἰδικόν μας καλόν, καὶ τὸ ἔχει ὁ Τοῦρκος 320 χρόνους. Καὶ διατὶ ἔφερεν ὁ Θεὸς τὸν Τοῦρκον καὶ δὲν ἔφερεν ἄλλο γένος; Διὰ ἰδικόν μας συμφέρον· διότι τὰ ἄλλα ἔθνη θὰ μᾶς ἔβλαπτον εἰς τὴν πίστιν, ὁ δὲ Τοῦρκος ἄσπρα ἅμα τοῦ δώσῃς κάμνεις ὅ,τι θέλεις.

4. Παραδείγματα ἀρχόντων

α. Παραδείγματα κακῶν ἀρχόντων

  • Ὁ Πασᾶς πού ἐπισκέφθηκε ἕνα Μοναστῆρι τόν κατέλαβε σατανικός ἔρωτας καί ζήτησε τή μοναχή Μαρία γιά γυναῖκα του. Ἐκείνη σέ ἀπάντηση ἔβγαλε τά μάτια της καί τοῦ τά ἔστειλε στό πιάτο. Ὁ πόθος τῆς ἁγνότητος καί τῆς παρθενίας τήν ὁδήγησαν σ' αὐτή τήν ἡρωϊκή πράξη. Ὁ Πασᾶς συγκλονίστηκε καί μετενόησε γιά τήν ἀνομία του. Ἡ προσευχή του εἶχε σάν ἀποτέλεσμα ἡ Παναγία νά δώσει θαυματουργικά τά μάτια στήν ἡρωϊκή μοναχή Μαρία. « Ἀκούετε, ἀδελφοί μου, τί ἔκαμεν ἡ Μαρία μέ τήν δύναμιν τῆς Παναγίας; Διά τοῦτο πρέπει καί ἡμεῖς νά τιμῶμεν τήν Παναγίαν Θεοτόκον μέ ἔργα καλά» (Γ,168).
  • Ὁ Πασᾶς πού φέρθηκε μέ ἀσέβεια σ' ἕνα Σταυρὀ τοῦ Πατροκοσμᾶ στό Λυκούρεσι τῶν Ἁγίων Σαράντα.

«Κατά τό Φανάρι εἰς τόν τόπον λεγόμενον Λυκούρισι, ἕνας Τοῦρκος ἐξουσιαστής τοῦ τόπου βλέποντας τόν Σταυρόν, ὅπου ἀφῆκεν ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ὅταν ἐδίδασκε, καθώς εἶχε συνήθειαν, ὡς προείπομεν, τοῦτον, λέγω, βλέποντας, τόν ἔβγαλε ἀπό τόν τόπον του, καί τόν ἔφερεν εἰς τό σπίτι του, διά νά κάμῃ δύο στύλους τοῦ κραββάτου του, ὅπου εἶχεν εἰς τήν δραγόνταν του, ἀλλ΄ εὐθύς, ὤ τοῦ θαύματος! Γίνεται ὡσάν ἕνας φοβερός σεισμός, καί μή δυνάμενος νά σταθῇ εἰς τούς πόδας του, ἔπεσε κατά γῆς, κυλιόμενος ὥραν πολλήν καί ἀφρίζων καί τρίζων τούς ὀδόντας του, ὡσάν δαιμονισμένος. Ὕστερον δέ σηκωθείς ἀπό δύο Τούρκους, ὅπου ἐδιάβαινον ἐκεῖθεν, καί ἐλθών εἰς τόν ἑαυτόν του ἐγνώρισε πώς τοῦτο τό ἔπαθεν ἀπό θείαν ὀργήν διά τήν τόλμην ὁπού ἔλαβε, καί ἔβγαλε τόν τίμιον Σταυρόν. Ὅθεν μόνος του τόν ἐπῆγε καί τόν ἐστερέωσε πάλιν εἰς τόν τόπον ὅπου ἦτον καί πρωτύτερα, καί κάθε ἡμέραν ἐπήγαινεν καί τόν ἐφίλει μέ μεγάλην εὐλάβειαν.

Καί ἄλλην φοράν ὅπου ἐπέρασεν ἐκεῖθεν ὁ ἱερός διδάσκαλος, ἔδραμεν αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Τοῦρκος εἰς προσκύνησίν του καί ἐδιηγεῖτο παρρησίᾳ εἰς ὅλους τό θαῦμα καί ἐζήτει ταπεινῶς συγχώρησιν»(76).

  • Παραδείγματα καλῶν ἀρχόντων

Μανασσής, ὁ βασιλεὺς τῶν Ἑβραίων

Τὸν παλαιὸν καιρὸν ἦτο ἕνας βασιλεὺς τῶν Ἑβραίων λεγόμενος Μανασσής, ὁ ὁποῖος τοὺς ἐβασάνιζε μὲ πολλὰ παιδευτήρια. Τὸν ἐσυμβούλευαν οἱ προφῆται καὶ διδάσκαλοι νὰ κυβερνᾶ τὸν λαὸν μὲ πραότητα, ἀλλ᾿ αὐτὸς δὲν ἤκουε τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, δὲν μετενόησε. Βλέπων ὁ Θεὸς τὴν κακήν του γνώμην τί κάμνει; Σηκώνει ἕνα βασιλέα ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν καὶ τὸν πολεμεῖ καὶ τὸν παίρνει σκλάβον, καὶ τὸν κλειδώνει μέσα εἰς ἕνα καζάνι διὰ νὰ τὸν κάψη. Τί κάμνει ἐκεῖ ὁ Μανασσής, μέσα εἰς τὸ χάλκωμα; Ἐνεθυμήθη τὰς ἁμαρτίας του, ἔκλαυσε, παρεκάλεσε τὸν Θεὸν νὰ τὸν ἐλευθερώση καὶ πλέον δὲν ἁμαρτάνει. Βλέπων ὁ Θεὸς τὴν καλήν του γνώμην ἤκουσε τὴν μετάνοιάν του, ἐδέχθη τὰ δάκρυά του καὶ ἔστειλεν ἕνα ἄγγελον καὶ τὸν ἐλευθερώνει ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν κίνδυνον.Ὕστερον ἐπώλησε τὰ πράγματά του καὶ τὰ ἔδωσεν ἐλεημοσύνην καὶ ὑπῆγε καὶ ἀσκήτευεν εἰς ὅλην του τὴν ζωὴν μὲ νηστείας, ἀγρυπνίας, προσευχάς, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν παράδεισον νὰ χαίρεται πάντοτε. Ἀνίσως, ἀδελφοί μου, καὶ εἶνε κανεὶς ἀπὸ σᾶς καὶ εἶνε σκληροκάρδιος ὡσὰν τὸν Μανασσῆ καὶ ἐνθυμηθῆ τὰς ἁμαρτίας του καὶ μετανοήση καὶ κλαύση, ἂς εἶνε βέβαιος ὅτι δέχεται τὴν μετάνοιάν του καθὼς τοῦ Μανασσῆ.

Ὁ Ἀπ. Πέτρος σταυρώθηκε ἀπό τόν βασιλιᾶ πού τόν συνέλαβε

«Τὸν συνέλαβεν ἕνας βασιλεὺς τῆς Ρώμης καὶ τοῦ ἔλεγε ν᾿ ἀρνηθῆ τὸν Χριστὸν καὶ νὰ προσκυνήση τὰ εἴδωλα. Ὁ δὲ Πέτρος τοῦ λέγει: Δὲν τὸν ἀρνοῦμαι. Ὅθεν τὸν ἐσταύρωσε μὲ τὸ κεφάλι κάτω καὶ παρέδωκε τὴν ἁγίαν του ψυχὴν εἰς χείρας τοῦ Χριστοῦ μας καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν παράδεισον».

Ἡ Ἁγία Παρασκευή ἔκανε χριστιανό τόν βασιλιᾶ πού τήν βασάνιζε

«Δυὸ Ἑβραῖοι, τέκνα τοῦ διαβόλου, βλέποντες τὴν Ἁγίαν νὰ κάμνη θαύματα, τὴν ἐφθόνησαν καὶ τὴν διέβαλον εἰς τὸν βασιλέα Ἀντωνίνον ὡς χριστιανήν. Τὴν κράζει λοιπὸν ὁ βασιλεὺς καὶ τῆς λέγει ν᾿ ἀρνηθῆ τὸν Χριστὸν καὶ νὰ προσκυνήση τοὺς θεούς, νὰ τὴν κάμνη βασίλισσαν. Λέγει του ἡ Ἁγία: Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀνόητη ὡσὰν ἐσένα, νὰ ἀρνηθῶ τὸν Χριστόν μου καὶ νὰ ὑπάγω εἰς τὸν διάβολον· ν᾿ ἀφήσω τὴν ζωὴν καὶ νὰ ὑπάγω εἰς τὸν θάνατον. Ἄμποτε νὰ ἄφηνες καὶ σὺ τὸ σκότος καὶ νὰ ἤρχεσο εἰς τὸ φῶς. Ἀκούετε, ἀδελφοί μου, ἕνα κορίτσι νὰ ὁμιλῆ μὲ τοιαύτην παρρησίαν ἐμπρὸς εἰς ἕνα βασιλέα; Ὅστις ἔχει τὸν Χριστὸν μέσα εἰς τὴν καρδίαν του, δὲν φοβεῖται ὅλον τὸν κόσμον. Ἀνίσως θέλωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ φοβούμεθα μήτε ἀνθρώπους μήτε δαίμονας, νὰ ἔχωμεν τὸν Θεὸν εἰς τὴν καρδίαν μας. Λέγει ὁ βασιλεὺς τῆς Ἁγίας: Σοῦ δίδω τρεῖς ἡμέρες διορίαν· ἂν δὲν μοῦ ὑπακούσῃς, θὰ σὲ θανατώσω. Λέγει του ἡ ἁγία: Βασιλεῦ, ἐκεῖνο ὁποὺ θέλεις νὰ κάμης εἰς τρεῖς ἡμέρας, κᾶμε τὸ τώρα, διότι ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι τὸν Χριστόν μου. Τότε προστάζει ὁ βασιλεὺς καὶ ἄναψαν μίαν μεγάλην πυρκαϊὰν καὶ βάνουν ἕνα καζάνι γεμάτο πίσσαν καὶ θειάφι καὶ βράζει καλά. Βλέπουσα ἡ Ἁγία τὸ καζάνι ἐχαίρετο, ὅτι ἔμελλε ν᾿ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τοῦτον τὸν ψεύτικον κόσμον καὶ νὰ ὑπάγη εἰς ἐκεῖνον τὸν ἀληθινὸν καὶ αἰώνιον. Προστάζει ὁ βασιλεὺς νὰ βάλουν τὴν ἁγίαν εἰς τὸ καζάνι διὰ νὰ καῆ. Ἡ Ἁγία ἔκαμε τὸν σταυρόν της καὶ ἐμβαίνει μέσα. Περιμένει δυὸ - τρεῖς ὥρας ὁ βασιλεὺς καὶ βλέπων ὁποὺ δὲν καίεται ἡ Ἁγία της λέγει: Παρασκευὴ διατὶ δὲν καίεσαι; Λέγει του ἡ Ἁγία: Διότι ὁ Χριστὸς ἐδρόσισε τὸ νερὸ καὶ δὲν καίομαι. Λέγει της ὁ βασιλεύς: Ραντισόν με καὶ ἐμὲ διὰ νὰ ἴδω, καίει; Ἐπῆρεν ἡ Ἁγία μὲ τὰς δυό της χείρας καὶ τοῦ ρίπτει εἰς τὸ πρόσωπον καὶ εὐθύς, ὢ τοῦ θαύματος! ἐτυφλώθη καὶ ἐγδάρθη τὸ πρόσωπόν του. Φωνάζει ὁ βασιλεύς: Μέγας ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν καὶ εἰς αὐτὸν πιστεύω καὶ ἐγώ· καὶ ἔβγα νὰ μὲ βαπτίσῃς. Ἐβγῆκεν ἡ Ἁγία καὶ τὸν ἐβάπτισε μὲ ὅλον του τὸ βασίλειον. Ἔπειτα τὴν ἀπεκεφάλισεν ἄλλος βασιλεὺς καὶ ὑπῆγεν εἰς τὸν παράδεισον νὰ χαίρεται πάντοτε. Αὐτὴ ἡ Ἁγία ἔκαμε τὰ ἑκατὸν κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου».

Ἡ δύναμις τοῦ Σταυροῦ θαυματούργησε καἰ ἀπέτρεψε τήν σφαγή τῶν χριστιανῶν

«Εἰς τὴν Αἴγυπτον ἦτον ἕνας βασιλεὺς ἀσεβής· εἶχε καὶ ἕνα Ἑβραῖο βεζίρην, ὅστις ἔπειτα ἔγινε Τοῦρκος. Εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν ἦτον ἕνας Πατριάρχης, τὸ ὄνομα Ἰωακείμ, ἅγιος ἄνθρωπος καὶ σοφός. Ἀκούων ὁ βασιλεὺς ὅτι ἦτο ἅγιος ἄνθρωπος ὁ Πατριάρχης, τὸν ἠγάπα πολύ. Λέγει ὁ Ἑβραῖος τοῦ βασιλέως: Κάτι πολλὴν ἀγάπην ἔχεις εἰς τὸν Πατριάρχην. Τοῦ λέγει ὁ βασιλεύς: Ὁ Πατριάρχης εἶνε καλὸς ἄνθρωπος. Τοῦ λέγει ὁ Ἑβραῖος: Κράξε, βασιλεῦ, τὸν Πατριάρχην νὰ ἔλθη νὰ διαλεχθῶμεν μαζί, καὶ νὰ ἰδῆς ὅπου θὰ μείνη ἀναπολόγητος. Ἔκραξεν ὁ βασιλεὺς τοῦ Πατριάρχη νὰ ἔλθη. Λέγει του ὁ Ἑβραῖος: Ἐγὼ θέλω, Πατριάρχη, νὰ διαλεχθῶμεν μερικὰ περὶ πίστεως. -Μὲ τὸν ὁρισμόν σου. Ἕτοιμος εἶμαι διὰ τὴν πίστιν μου νὰ χύσω καὶ τὸ αἷμα μου. Καὶ κάμνων ἀρχὴν ὁ Πατριάρχης νὰ φιλονικῆ μὲ τὸν Ἑβραῖον, μὲ ἕναν τρόπον ἐπειδέξιον πάντοτε τὸν ἑνίκα τὸν Ἑβραῖον. Λέγει του ὁ Ἑβραῖος τοῦ Πατριάρχη:

Διατὶ νὰ φιλονεικῶμεν; Ἀκούω ὁποὺ λέγει ὁ Χριστὸς εἰς τὸ Εὐαγγέλιον ὅτι, ὅστις ἔχει πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, μεταφέρει ἕνα βουνὸ ἀπὸ ἕνα μέρος εἰς ἄλλο. -Μάλιστα, τοῦ λέγει ὁ Πατριάρχης. Λέγει του ὁ Ἑβραῖος: Λοιπόν, ἂν εἶσαι ἄξιος, πρόσταξε καὶ σὺ νὰ γίνῃ, καὶ τότε νὰ πιστεύσω. Τότε ἐζήτησεν ὁ Πατριάρχης τρεῖς ἡμέρας διορίαν, καὶ λέγει τοῦ βασιλέως: Ἕτοιμος εἶμαι διὰ τὸ πρόσταγμα ὁποὺ εἴπομεν. Ἦτο ἐκεῖ ἕνα βουνὸ τρεῖς ὥρας μακράν. Λέγει ὁ Ἑβραῖος τοῦ Πατριάρχη νὰ σηκώση ἐκεῖνο τὸ βουνό. Τότε πιάνει ὁ Πατριάρχης καὶ θυμιάζει ἐκεῖνο τὸ βουνό, καὶ κάμνει τὸν σταυρόν του τρεῖς φορὰς λέγων καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶτα λέγει: Σὲ προστάζω, ἐσέ, βουνό, νὰ σηκωθῆς νὰ ἔλθῃς εἰς τὴν Αἴγυπτον. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! Εὐθὺς ἐσηκώθη τὸ βουνὸ καὶ ἔγινεν εἰς τρία, εἰς τύπον τῆς Ἁγίας Τριάδος, καὶ ἐκίνησε καὶ ἤρχετο. Φωνάζει ὁ βασιλεύς: Πατριάρχη, βοήθησέ μας, διότι ἐχαθήκαμεν. Καὶ κάμνων δέησιν πάλιν ὁ Πατριάρχης, ἐστάθη τὸ βουνὸ εἰς ἓξ μίλια μακρὰν ἀπὸ τὴν πόλιν. Ἀλλ᾿ ὁ Ἑβραῖος δὲν ἐπίστευσε καὶ λέγει τοῦ βασιλέως: Ὁ Χριστός, λέγει καὶ ἄλλο· ὅτι ὅποιος ἔχει πίστιν, ἂν πίη θανάσιμον φαρμάκι, δὲν ἀποθνήσει. Λοιπόν, εἰπὲ τοῦ Πατριάρχη νὰ τοῦ κάμω ἕνα φαρμάκι νὰ τὸ πίη, καὶ ἂν δὲν ἀποθάνη, νὰ πιστεύσωμεν καὶ ἡμεῖς. Νὰ ἠξεύρης καὶ τοῦτο, βασιλεῦ, ὅτι οἱ χριστιανοὶ ἔχουν τὸν σταυρόν· κάμνοντές τον τὰ διαλύουν ὅλα· καὶ τὸ πικρὸ τὸ κάμνουν γλυκό. Κάμνει λοιπὸν ὁ Ἑβραῖος τὸ φαρμάκι ἵνα ἅμα τὸ ἐγγίξη εἰς τὸ στόμα του ὁ Πατριάρχης ἀποθάνη. Τὸ πηγαίνει εἰς τὸν βασιλέα καὶ τοῦ λέγει: Πρόσταξε τὸν Πατριάρχην νὰ τὸ πίη καὶ νὰ μὴ κάμη τὸν σταυρόν του. Κράζει ὁ βασιλεὺς τὸν Πατριάρχην καὶ τὸν προστάζει νὰ πίη τὸ φαρμάκι ὡς ἤθελεν ὁ Ἑβραῖος. Καλά, λέγει ὁ Πατριάρχης· μοῦ ἔδωσες, βασιλεῦ, τοῦτο τὸ ποτήρι, μὰ δὲν μοῦ εἶπες πόθεν νὰ τὸ πίω, καὶ κάμνων τὸ δεξιόν του χέρι ὡς νὰ εὐλογῆ εἰς τύπον, ἐρωτᾶ πόθεν νὰ τὸ πίη, ἐδῶθεν ἡ ἐκεῖθεν, καὶ τὸ σταυρώνει. Ἀμὴ ἐκεῖνος δὲν τὸ ἐκατάλαβε. Λέγει του ὁ Ἑβραῖος: Πίε το ὅθεν θέλεις. Καὶ πίνοντάς το ὁ Πατριάρχης ἔμεινεν ὑγιής. Λέγει τότε τοῦ βασιλέως: Ἐγὼ ἔπια ὅλο τὸ φαρμάκι, ὁ δὲ Ἑβραῖος νὰ ξεπλύνη τὸ ποτήρι μὲ ὀλίγο νερὸ καὶ νὰ τὸ πίη. Καὶ ἂν δὲν πάθη τίποτε, νὰ πιστεύσωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν πίστιν του. Δὲν ἤθελεν ὁ Ἑβραῖος νὰ τὸ πίη, τὸν ἐβίασεν ὅμως ὁ βασιλεὺς καὶ τὸ ἔπιε, καὶ ὢ τοῦ θαθύματος! ἔσκασεν εὐθὺς καὶ ἀπέθανεν. Ἐκαταλάβατε, ἀδελφοί μου; Ὅστις ἔχει πίστιν εἰς τὸν Χριστόν μας καὶ εἶνε καθαρὸς δὲν παθαίνει κανὲν κακόν».

Ὁ βασιλιᾶς Ἰουλιανός χρησιμοποίησε μάγους καί μαγικά γιά νά γίνει αὐτοκράτορας

«Θέλετε ν᾿ ἀκούσετε καὶ ἄλλο διὰ τὸν σταυρόν, πῶς δὲν ἐνεργεῖ, ὅταν εἶνε μολυσμένο τὰ χέρι ἀπὸ ἁμαρτίας; Ἦτον ἕνας ἄνθρωπος ὀνομαζόμενος Ἰουλιανὸς ἀναγνώστης, ὅστις ἐσπούδασε γράμματα μὲ τὸν Μέγαν Βασίλειον, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ γίνῃ βασιλεύς. Πηγαίνει λοιπὸν καὶ εὑρίσκει ἕνα μάγον Ἑβραῖον καὶ τοῦ λέγει: Εἶσαι καλὸς νὰ μὲ κάμῃς βασιλέα καὶ νὰ σὲ κάμω βεζίρη; Τοῦ λέγει ὁ μάγος: Ἀρνήσου τὸν Χριστόν, καὶ ἐγὼ σὲ κάμω. Λέγει του ὁ Ἰουλιανός: Τὸν ἀρνοῦμαι. Τότε κάμνει ἕνα γράμμα ὁ μάγος καὶ τοῦ λέγει: Πάρε τοῦτο τὸ χαρτὶ καὶ πήγαινε εἰς ἕνα μνῆμα ἑλληνικὸ καὶ ρίψε το ὑψηλὰ καὶ θὰ ἔλθουν δαίμονες· καὶ ὅ,τι σοῦ κάμνουν μὴ φοβηθῆς καὶ νὰ μὴ κάμῃς τὸν σταυρόν σου, διότι θὰ φύγουν. Ἐπῆγεν ὁ Ἰουλιανὸς εἰς τὸ μνῆμα καὶ ρίχνοντας τὸ χαρτὶ ἦλθαν οἱ δαίμονες. Αὐτὸς φοβηθεὶς καὶ κάμνοντας τὸν σταυρόν του ἔφυγον οἱ δαίμονες. Πηγαίνει εὐθὺς εἰς τὸν μάγον καὶ τοῦ λέγει τὰ γενόμενα. Τότε τοῦ λέγει ὁ μάγος: Πήγαινε νὰ σφάξῃς ἕνα παιδὶ καὶ νὰ μοῦ φέρῃς τὴν καρδιά του. Ἐπῆγε καὶ ἔσφαξε τὸ παιδὶ καὶ τοῦ ἔφερε τὴν καρδία. Τότε κράζει πάλιν τοὺς δαίμονας ὁ μάγος. Αὐτὸς πάλιν ἀπὸ τὸν φόβον του ἔκαμε τὸν σταυρόν· ἀλλ᾿ οἱ δαίμονες δὲν ἐφοβήθησαν, διότι ἦτο μολυσμένος ἀπὸ τὸν φόνον. Ἔτσι ἔκαμε τὸ θέλημά του καὶ ἐβασίλευσε δυὸ χρόνους καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν κόλασιν νὰ καίεται πάντοτε. Πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ εἴμεθα καθαροὶ ἀπὸ ἁμαρτίας, καὶ τότε φεύγει ὁ διάβολος».

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΙ

· Αὐτό μιά μέρα θά γίνη Ρωμαίικο καί καλότυχος ὅποιος ζήση σέ κεῖνο τό βασίλειο.

  • Θά ἔρθη καιρός πού θά διευθύνουν τόν κόσμο τά ἄλαλα καί τά μπάλαλα.
  • Τό παιδί αὐτό θά προκόψη, θά κυβερνήση τήν Ἑλλάδα καί θά δοξασθῆ.
  • Θά γίνης μεγάλος ἄνθρωπος, θά κυριεύσης ὅλη τήν Ἀρβανιτιά, θά ὑποτάξης τήν Πρέβεζα, τήν Γάργα, τό Σούλι, τό Δέλβινο, τό Γαρδίκι καί αὐτό τό τάχτι τοῦ Κούρτ πασᾶ. Θά ἀφήσης μεγάλο ὄνομα στήν οἰκουμένη. Καί στήν Πόλι θά πᾶς, μά μέ κόκκινα γένεια. Αὐτή εἶναι ἡ θέληση τῆς θείας προνοίας. Ἐνθυμοῦ ὅμως εἰς ὅλην τήν διάρκειαν τῆς ἐξουσίας σου νά ἀγαπᾶς καί νά ὑπερασπίζεσαι τούς χριστιανούς, ἄν θέλης νά μείνη ἡ ἐξουσία εἰς τούς διαδόχους σου.

Ἡ ἐξουσία πληρώθηκε καί τόν κρέμασε

Οἱ Ἑβραῖοι «μήν ὑποφέροντας πλέον νά βλέπουν καί νά ἀκούουν τόν Ἅγιον ἐλέγχοντα αὐτούς, πῆγαν εἰς τόν Κούρτ Πασᾶν, καί τοῦ ἔδωκαν πουγγία πολλά, διά νά τόν βγάλη ἀπό τήν ζωήν. Ὅστις καί συμ­βουλευθείς μέ τόν Χότζαν του, ἀπεφάσισε διά μέσου αὐτοῦ νά τόν θανατώση, τό ὁποῖον καί ἔγινε».