ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ 2020

2020-12-23

Πρός

Τόν Ἱερό Κλῆρο,

Τίς Μοναστικές Ἀδελφότητες

καί τόν φιλόχριστο Λαό τῆς καθ' Ἡμᾶς Θεοσώστου Μητροπόλεως

Ἀδελφοί μου καί τέκνα μου ἐν Κυρίῳ πολυφίλητα,

    Κάποτε τό κακό ἐξεχείλισε. Κάποτε ἡ ἀδικία ἐπερίσσευσε. Κάποτε ὁ ἄνθρωπος λοξοδρόμησε ἐπικίνδυνα καί πῆρε τήν κατηφόρα τῆς ἀπώλειας καί ἡ ἀλήθεια σκοτίστηκε καί τό ψέμα θριάμβευσε καί τό τραγικώτερο ὁ ἄνθρωπος γέρασε στόν λάγνο δρόμο τῆς ἀνηθικότητας καί τῆς φθορᾶς. Βαθύ τό σκοτάδι τόν τύλιξε καί ἡ ψυχή του φυλακίστηκε στά καταχθόνια τῆς φθορᾶς, χωρίς φῶς, χωρίς ἀνάσα, χωρίς ἥλιο, χωρίς ἐλπίδα ...

    Ἄραγε ποιό καί τί ἦταν τό πλάσμα τοῦτο πού γλύστρησε στοῦ θανάτου τά λημέρια; Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος σέ ὁμιλία του στά Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ θά μᾶς πῆ ὅτι στό πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου ὁ Δημιουργός Τεχνίτης Λόγος ἔπλασε ἕνα "κρᾶμα" ὁρατῆς καί ἀοράτου φύσεως: «Ὁ Δημιουργός Λόγος ἐδημιούρησε τόν ἄνθρωπο, ἐπειδή αὐτό ἀκριβῶς τό πρᾶγμα ἤθελε νά δείξη, καί νά παρουσιάση ἕνα ὄν ἀπό τήν ἕνωση καί τῶν δύο, τῆς ἀοράτου δηλαδή καί τῆς ὁρατῆς φύσεως. Καί ἀφοῦ ἔλαβε μέν ἀπό τήν ὕλη, πού ὑπῆρχε ἤδη, τό σῶμα, καί ἀφοῦ ἔβαλε σ' αὐτό τήν πνοή Του (τήν ὁποία ὁ λόγος ὁρίζει ὡς νοερή ψυχή καί εἰκόνα Θεοῦ) , τόν ἔστησε ἐπί γῆς σάν δεύτερο κόσμο, κατά κάποιο τρόπο, σάν ἄλλο ἄγγελο, σάν μικτό προσκυνητή, φύλακα τῆς ὁρατῆς κτίσεως καί ἱερουργό τῆς ἀοράτου, βασιλέα τῶν εὑρισκομένων ἐπί τῆς γῆς καί κυβερνώμενο ταυτοχρόνως ἀπ' τόν οὐρανό, ἐπίγειο καί ἐπουράνιο, προσωρινό καί ἀθάνατο, ὁρατό καί ἐννοούμενο, εὑρισκόμενο στό μέσον μεταξύ ταπεινότητος καί μεγαλείου· πνεῦμα καί σάρκα μαζί. Πνεῦμα πρός χάριν του καί σάρκα γιά νά μπορῆ νά ἐξυψώνεται ... Ὄν τό ὁποῖο διαμένει μέν στή γῆ, ἀλλά μεταβαίνει σ' ἄλλον κόσμο, καί σάν τέλος τοῦ μυστηρίου γίνεται θεός ἀπό τήν ἐπιθυμία του πρός Αὐτόν», δηλαδή γίνεται "ζῶον θεούμενον"!

    Καί τό κακό γιγάντωσε κι ἔτσι ὅπως γίγαντας ὑψώθηκε καί σκίασε τόν κόσμο, ἔφτασε ἐπιτέλους ἡ ὥρα τῆς μεγάλης ἀναμέτρησης, τῆς μεγάλης στιγμῆς τοῦ κόσμου, τῆς ἀποφασιστικῆς ὥρας γιά τόν ἄνθρωπο. Καί ἔγινε ἡ σύγκρουση στό μικρό, τό ἀσήμαντο, τό ταπεινό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ.

    Γερασμένη ἡ ἁμαρτωλή ἀνθρωπότητα κοιτάχτηκε στόν καθρέπτη τῆς "κράσης καί μίξης" της καί μέτρησε τίς ἄμετρες πληγές της, παριστάμενη θεατής στό μεγάλο γεγονός. Τό ψέμα καί ἡ Ἀλήθεια. Ἡ ἁμαρτία κι ἡ Σωτηρία. Τό μίσος κι ἡ Ἀγάπη. Τά εἴδωλα κι ὁ Θεός. Τό σκοτάδι καί τό Φῶς. Ὁ θάνατος καί ἡ Ζωή ...

         Γεννήθηκε ὁ Χριστός καί μιά φωνή ἀκούστηκε ἐπιτακτική:

         «Ἔ! σεῖς πού ἤσαστε βυθισμένοι στήν ἁμαρτία, ἔ! σεῖς πού ἔχετε χαθῆ στήν ἀνομία, ἔ! σεῖς πού σπάσατε τῆς ψυχῆς τά φτερά μέ τοῦ πάθους τά καμώματα, ξανανιῶστε!».

       Τό ρολόϊ τοῦ κόσμου τότε χτύπησε τή σωτηρία, τό ρολόϊ τοῦ κόσμου τότε σήμανε τή "Δεύτερη Δημιουργία" ἤ καλύτερα τήν ἀνάπλαση καί τήν ἀναδημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, τό ξανάνιωμά του ...

        «Εἶδε ὁ Θεός Λόγος», γράφει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, «ὅτι καταστρεφόταν τό λογικό γένος τῶν ἀνθρώπων καί κυριαρχεῖ πάνω τους μέ τή φθορά ὁ θάνατος. Εἶδε ὅτι ἡ ἀπειλή γιά τήν παράβαση ἐνίσχυε τή φθορά πάνω μας. Εἶδε ὅτι ἦταν ἀδύνατο νά καταργηθῆ ἡ φθορά καί ὁ θάνατος προτοῦ ξεπληρωθῆ ἡ ποινή τοῦ Νόμου... Εἶδε, τέλος, ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εὐθύνονται γιά τό γεγονός τοῦ θανάτου. Βλέποντας ὅλα αὐτά, σπλαγχνίστηκε τό ἀνθρώπινο γένος καί λυπήθηκε γιά τήν ἀδυναμία μας· καταδέχθηκε τή δική μας φθορά χωρίς νά ὑποφέρη τήν κυριαρχία τοῦ θανάτου· προσλαμβάνει ἀνθρώπινο σῶμα γιά τόν Ἑαυτό Του καί μάλιστα ὄχι διαφορετικό ἀπό τό δικό μας, γιά νά μήν πάη χαμένο τό δημιουργικό ἔργο τοῦ Πατέρα πού ἔπλασε τούς ἀνθρώπους».

         Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο ἦταν ἡ αἰτία πού ὡδήγησε τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ στήν ἔσχατη ταπείνωση τῆς Ἐνανθρωπήσεως. Κάτι πού ὤθησε τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ νά γράψη: «Αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, νικημένος ἀπό τήν ἀγάπη Του γιά μᾶς, θέλησε νά μᾶς σώση καί νά μᾶς ἀναπλάση, μέ τό νά γεννηθῆ τέλειος ἄνθρωπος, ὅπως καί μεῖς, μένοντας ὅμως ἀναλλοίωτα Θεός». Νικήθηκε ὁ Θεός ἀπ' τήν ἀγάπη Του γιά τόν ἄνθρωπο, ταπεινώθηκε κι ἔγινε ἄνθρωπος. Τό ἀσύλληπτο μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, τό μέγεθος τῆς Θείας Ἀγάπης, γίνεται μέτρο Θεολογίας καί Ζωῆς... Κάτι πού ὤθησε τή γραφίδα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου νά βεβαιώση ὅτι ἡ Σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι γεγονός ἀκριβώτερο καί σπουδαιότερο κι ἀπ' αὐτή τή δημιουργία τοῦ Σύμπαντος κόσμου ὁρατοῦ καί ἀοράτου. «Τό νά δυνηθῆ ὁ Θεός νά λάβη ἀνθρώπινη φύση εἶναι ἀπόδειξη μεγίστης δύναμης. Δέν φανερώνει τή δύναμη τοῦ Θεοῦ Λόγου τόσο ἡ ὕπαρξη τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, τῆς θάλασσας καί τοῦ ἀέρα, ἡ δημιουργία τῶν μεγαλύτερων στοιχείων καί ὅ,τι ὑπερουράνιο ἤ καταχθόνιο νοεῖται, ὅσο ἡ οἰκονομία τῆς ἐνανθρωπήσεως καί ἡ συγκατάβαση πρός τήν ταπείνωση καί ἀδυναμία τῆς ἀνθρώπινης φύσεως»! Γιά νά συμπληρώση ὁ Χρυσόγλωσσος Ἰωάννης ὅτι ἡ Καινή Διαθήκη θεωρεῖται νέα δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ἀνώτερη καί βελτιώτερη τῆς πρώτης, δηλαδή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «Ἄρα εἶναι δημιουργία αὐτό τό πρᾶγμα - ἡ Ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου - καί πολυτιμότερη ἀπό τήν ἄλλη· γιατί ἀπό ἐκείνη μέν - τή δημιουργία τοῦ κόσμου - λάβαμε ἁπλά τή ζωή, ἐνῶ ἀπ' αὐτή τό νά ζοῦμε ὅπως πρέπει», τή δυνατότητα γιά θέωση καί ἁγιοτριαδική ζωή!

           Αὐτή τή φωνή τῶν Πατέρων ἰχνηλατεῖ ἡ χρυσήλατη σάλπιγγα τοῦ οὐρανοβάμονος Ταρσέως Παύλου, πού στήν Α΄ πρός Κορινθίους του ἐπιστολή διδάσκει: «Εἶναι γραμμένο στό βιβλίο τῆς Γένεσης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: Ἔγινε ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ὁ Ἀδάμ, ἐμψυχωμένος μέ ψυχή ζωντανή, πού δίνει ζωή καί στό σῶμα. Ὁ ἔσχατος Ἀδάμ, ὁ Κύριος δηλαδή, πού δέχθηκε τήν παρουσία καί κατοίκηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔγινε γεμᾶτος Πνεῦμα, πού μεταδίδει ζωή πνευματική. Ἀλλά δέν ἔγινε πρῶτο τό πνευματικό σῶμα, ἀλλά τό ζωϊκό, στό ὁποῖο λειτουργοῦν οἱ κατώτερες δυνάμεις τῆς ψυχῆς. Ἔπειτα ἔγινε τό πνευματικό σῶμα, πού κυβερνιέται ἀπό τίς ἀνώτερες δυνάμεις τῆς ψυχῆς, πού ἐξαγιάζονται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πλάστηκε ἀπό τή γῆ, χωματένιος. Ὁ δεύτερος ἄνθρωπος, ὁ Κύριος, κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό καί μαζί μέ τή Θεία Του φύση προσέλαβε καί τήν ἀνθρώπινη. Ὅποιος ὑπῆρξε ὁ Ἀδάμ, δηλαδή φθαρτός καί θνητός, τέτοιοι εἶναι καί οἱ χωματένιοι πού κατάγονται ἀπ' αὐτόν. Εἶναι, λοιπόν, φθαρτοί καί θνητοί. Καί ὅποιος εἶναι ὁ ἐπουράνιος Κύριος, δηλαδή ἄφθαρτος καί ἔνδοξος, τέτοιοι θά εἶναι καί οἱ ἄνθρωποι, πού ἀναγεννιῶνται μέσῳ Αὐτοῦ καί γίνονται ἐπουράνιοι. Καί καθώς φορέσαμε σάν ἄλλο ροῦχο τήν ὁμοιότητα τοῦ χωματένιου, δηλαδή τή φθορά καί τόν θάνατο, ἔτσι θά φορέσουμε καί τήν ὁμοιότητα τοῦ ἐπουράνιου, δηλαδή τήν ἀνάσταση, τήν ἀφθαρσία καί ἀθανασία Του» (Α΄ Κορ. ιε΄ 45-49).

       Τό ρολόϊ τοῦ κόσμου, λοιπόν, σήμανε τή μελωδία τῆς θεανθρώπινης Ζωῆς. Ἕνας ἀνάλαφρος ψίθυρος ἔπνευσε ἀπ' τό Σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ καί ὑψώθηκε τρανή φωνή στόν κόσμο ὁλάκερο: «Γεννήθηκε ὁ Χριστός»!

         Λοιπόν, θά μείνης ἀγκιστρωμένος στόν πηλό σου, λέγοντας μέ τόν Νίτσε: «Δέν ὑπάρχει Θεός, γιατί ἄν ὑπῆρχε, ἐγώ δέν θά μποροῦσα νά εἶμαι θεός», ἤ ἁπλά θά ὑποκλιθῆς στῆς «Βηθλεέμ τό ξανάνιωμα»;

                                                                                                      Χριστούγεννα2020

                                                                         Μέ ἄπειρες χριστονοσταλγικές εὐχές καί ἀσπασμούς

                                                                                                           Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΑΣ


Η ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΣΕ PDF