Μ. ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑ...

2021-04-29

Μεγάλη Πέμπτη ἑσπέρας

    Στόν ὄρθρο τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς γράφει· «Τῇ Ἁγίᾳ καί Μεγάλῃ Παρασκευῇ τά ἅγια καί σωτήρια καί φρικτά Πάθη τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιτελοῦμεν· τούς ἐμπτυσμούς, τά ραπίσματα, τά κολαφίσματα, τάς ὕβρεις, τούς γέλωτας, τήν πορφυρᾶν χλαῖναν, τόν κάλαμον, τόν σπόγγον, τό ὄξος, τούς ἥλους, τήν λόγχην· καί πρό πάντων τόν Σταυρόν καί τόν θάνατον, ἅ δι᾿ ἡμᾶς ἑκών κατεδέξατο· ἔτι δέ καί τήν τοῦ εὐγνώμονος λῃστοῦ, τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ, σωτήριον ἐν τῷ σταυρῷ ὁμολογίαν».
Αὐτά γράφει τό συναξάρι γιά τήν Μεγάλη Παρασκευή. Καί ὅλοι οἱ χριστιανοί τήν ἡμέρα αὐτή, δηλαδή τό βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης, ὅπου γίνεται ὁ ὄρθρος τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ἀπό μικρά παιδιά προσέρχονται στόν ναό καί παρακολουθοῦν ὅλα τά τελούμενα καί ἀκοῦν ὅλα τά ψαλλόμενα καί ἀναγινωσκόμενα. Καί ἄλλος περισσότερο, ἄλλος ὀλιγότερο, διά μέσου ὅλων αὐτῶν πού ἀκούονται, πού ψάλλονται, πού ἀναγινώσκονται καί γίνονται, προσπαθοῦν νά γίνουν κοινωνοί τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου, γιά νά γίνουν καί κοινωνοί τῆς Ἀναστάσεώς του.
Ἡ Ἐκκλησία προγραμμάτισε πολύ σοφά τήν κάθε μιά ἀκολουθία καί τήν ἀκολουθία ἐπίσης τῶν ἁγίων Παθῶν τοῦ Κυρίου _τόν ὄρθρο τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς_ πού ψάλλεται τήν Μεγάλη Πέμπτη τό βράδυ. Πολλά εἶναι τά τροπάρια πού ψάλλονται καί ἀνάμεσα σ᾿ αὐτά κυρίως εἶναι οἱ εὐαγγελικές περικοπές, δώδεκα τόν ἀριθμό, μέ πρῶτο Εὐαγγέλιο τό Εὐαγγέλιο τῆς Διαθήκης, ὅπως λέγεται, ἀπό τό κατά Ἰωάννην1 καί πού εἶναι ὅλος ἐκεῖνος ὁ μακρύς λόγος, πού ἔκανε ὁ Κύριος μετά τόν Μυστικό Δεῖπνο.
Καί ὅποια ὥρα θέλουμε βέβαια ἀνοίγουμε τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο καί διαβάζουμε αὐτά τά κεφάλαια πού περιέχουν αὐτήν τήν ὁμιλία τοῦ Κυρίου μετά τόν Μυστικό Δεῖπνο· ἀλλά καί κάθε Μεγάλη Πέμπτη ἀκοῦμε αὐτό τό Εὐαγγέλιο τῆς Διαθήκης, πρῶτο-πρῶτο, καί στήν ἀρχή μάλιστα τῆς ἀκολουθίας ἀμέσως μετά τό ἀπολυτίκιο. Καί θά ᾿χουμε προσέξει ὅλοι μας ὅτι παίρνουν ἀπό κεῖ καί πέρα μιά σειρά τά γεγονότα, ἀναφέρονται μέ τήν σειρά· ἀναγινώσκονται οἱ κατάλληλες εὐαγγελικές περικοπές, πότε ἀπό τό ἕνα Εὐαγγέλιο, πότε ἀπό τό ἄλλο καί παρουσιάζουν ἔτσι τήν σειρά αὐτή τῶν γεγονότων.

Ὁ Κύριος πορεύεται πρός τό ἑκούσιον Πάθος

Μετά τόν Μυστικό Δεῖπνο καί τήν ὁμιλία αὐτή, πού ἐξεφώνησε ὁ Κύριος πρός τούς μαθητάς του _πού μόνο αὐτήν τήν ὁμιλία νά ἔχει κανείς ὑπόψιν του ὄχι ἁπλῶς φθάνει γιά νά ᾿ναι χριστιανός ἀλλά νά γίνει ἅγιος_ μετά ἀπ᾿ αὐτό πῆρε τούς μαθητάς καί πέρασε τόν χείμαρρο τῶν Κέδρων. Ὅσοι ἔχουν πάει στούς ἁγίους Τόπους γνωρίζουν ποῦ εἶναι αὐτός ὁ χείμαρρος. Πέρασε τόν χείμαρρο τῶν Κέδρων καί ἀμέσως μετά ἀπό τόν χείμαρρο ἦταν καί εἶναι ἀκόμη ὁ κῆπος αὐτός, ἡ Γεθσημανῆ, μέ τίς ἐλιές.
Πιθανόν ὁ κῆπος αὐτός νά ἀνῆκε σέ κάποιον γνωστό τοῦ Κυρίου καί φαίνεται κατέφευγε συχνά ἐκεῖ. Ἔτσι κι αὐτήν τή φορά κατέφυγε σ᾿ αὐτόν τόν κῆπο γνωρίζοντας βέβαια τί θά ἀκολουθήσει. Ὡς Θεός τά ἐγνώριζε ὅλα καί ἑκουσίως παρέδωκε τόν ἑαυτόν του. Ἦλθαν οἱ στρατιῶται σάν νά ἐρχόταν σέ ληστή, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Ἦλθαν μετά μαχαιρῶν καί ξύλων κλπ., καί συνέλαβαν ἐκεῖ στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ τόν Κύριον, ἀφοῦ προηγουμένως βέβαια πρόλαβε καί προσευχήθηκε _τά εἴπαμε αὐτά χθές. Καί τόν συλλαμβάνουν, ἀφοῦ τόν ἐντοπίζουν μέ τήν προδοσία τήν εἰδική τοῦ Ἰούδα, πού ὅπως τούς εἶχε πεῖ «θά εἶναι αὐτός πού θά τόν καταφιλήσω» καί πῆγε καί παρέδωκε τόν Κύριο μέ φίλημα.
Τόν παίρνουν ἀπό κεῖ τόν Κύριο καί εἶναι πλέον δέσμιος ὡς κακοῦργος. Καί ἀκριβῶς παίρνουν τόν ἴδιο δρόμο ἀπ᾿ ὅπου ἦλθαν στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Ἐπιστρέφουν πάλι ἀπό τόν ἴδιο δρόμο καί φέρνουν τόν Κύριο πρῶτα, λέει, στόν Ἄννα, πού ἦταν πεθερός τοῦ Καϊάφα. Ὁ Καϊάφας ἦταν ὁ νόμιμος καί ὁ κανονικός ἀρχιερεύς τό ἔτος ἐκεῖνο.

Δύο ἀκολουθοῦν τόν Χριστό. Ὁ Πέτρος ἔκλαυσε πικρῶς
Ἦταν δύσκολο νά μποῦν οἱ μαθηταί. Δύο ἀκολούθησαν τόν Χριστό· οἱ ἄλλοι χάθηκαν. Ὁ Ἰωάννης πού ἠγάπα τόν Κύριο καί τόν ἠγάπα ὁ Κύριος, καί ὁ Πέτρος. Ὁ Ἰωάννης εἶχε γνωριμίες καί μπῆκε εὔκολα μέσα στήν μεγάλη αὐλή, πού γύρω-γύρω ἦταν τά διαμερίσματα καί στόν ἴδιο αὐτόν περίβολο ἦταν καί ἡ οἰκία φαίνεται τοῦ Ἄννα καί ἡ οἰκία τοῦ Καϊάφα καί ὑπῆρχε ἡ μεγάλη πόρτα ἀπό τήν ὁποία μποροῦσε νά μπεῖ ὄχι ὁ καθένας ἀλλά κατόπιν ἐλέγχου. Ὁ Ἰωάννης μπόρεσε καί μπῆκε διότι ἦταν «γνωστός τῷ ἀρχιερεῖ», ὅμως ὁ Πέτρος δέν μπόρεσε νά μπεῖ· ὁπότε γύρισε πίσω ὁ Ἰωάννης, μίλησε καί γιά τόν Πέτρο καί μπῆκε κι ὁ Πέτρος μέσα.
Βέβαια δέν μᾶς λέει ὁ Ἰωάννης τί ἔγινε ὅλη αὐτή τήν ὥρα ἐκεῖ μέσα οὔτε τά κείμενα, ἀλλά μᾶς ὁμιλοῦν γιά τόν Πέτρο. Διότι, ὅπως ἔχουμε πεῖ καί ἄλλη φορά, τά Εὐαγγέλια δέν γράφτηκαν γιά νά γράψουν ἱστορία, ὅπως θά ᾿γραφε ἕνας ἱστορικός χωρίς κενά. Ἀλλά τά Εὐαγγέλια γράφτηκαν καί γράφουν ὅλα ἐκεῖνα τά ὁποῖα χρειάζονται γιά νά γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος, νά πιστεύσει στόν Χριστό καί νά σωθεῖ.
Καί γίνεται λόγος ἀφενός γιά τό ὅλο δικαστήριο πού ἀκολουθεῖ ἐκεῖ, καί ἐπίσης γιά τό ὅτι ὁ Πέτρος, ὅπως εἶχε προείπει ὁ Κύριος, τρεῖς φορές ἀπαρνήθηκε τόν Κύριο καί ἔπειτα «ὁ ἀλέκτωρ ἐφώνησε» καί βγῆκε ἔξω καί ἔκλαυσε πικρῶς.
Καί θά ἔχετε ἀκούσει ἴσως ὅτι ἐκεῖ πάνω πού ᾿ναι τό ἀνώγειο, πού ἦταν καί τό σπίτι τοῦ Ἄννα καί τοῦ Καϊάφα, πίσω πρός τήν πλαγιά ἔχει ἕνα σπήλαιο κι ἐκεῖ μέσα λέγεται ὅτι πῆγε ὁ ἀπόστολος Πέτρος καί ἔκλαυσε πικρῶς. Αὐτός πού ἁμάρτησε πολύ μέ τήν ἄρνησή του _εἴδαμε καί τήν Μεγάλη Τρίτη τό βράδυ, πού ἦταν ὁ ὄρθρος τῆς Μεγάλης Τετάρτης καί τήν μεγάλη ἁμαρτωλή, ἐπειδή ἀκριβῶς μετενόησε πολύ, ἡ μεγάλη μετάνοιά της τήν ἔσωσε_ μετενόησε ὁ Πέτρος, ἔκλαυσε ὁ Πέτρος πικρῶς, καί τόν ἀποκατέστησε ἔπειτα ὁ Κύριος. Καί ἔδωκε καί σ᾿ αὐτόν, ὄχι ἁπλῶς ὅπως στούς ἄλλους τό Ἅγιόν του Πνεῦμα, ἀλλά τόν ἔκανε πρωτοκορυφαῖο.

«Τό συνέδριον ὅλον ἐζήτει ψευδομαρτυρίαν»
Ἐκεῖ στήν ἀρχή ἀνακρίνει τόν Ἰησοῦ ὁ Ἄννας, ὁ προηγούμενος ἀρχιερέας, καί ἔπειτα τόν στέλνει στόν Καϊάφα καί τόν ἀνακρίνει κι αὐτός. Καί οἱ ἄλλες περικοπές μᾶς τά λένε αὐτά, ἀλλά κυρίως μᾶς τά λέει τό τρίτο Εὐαγγέλιο, ὅπως εἶναι στήν σειρά πού ἀνεγνώσθη, καί εἶναι ἀπό τό κατά Ματθαῖον ἡ εὐαγγελική περικοπή· «Οἱ δέ ἀρχιερεῖς καί οἱ πρεσβύτεροι καί τό συνέδριον ὅλον ἐζήτουν ψευδομαρτυρίαν». Συνῆλθε ὅλο τό συνέδριο.
«Ἐζήτουν ψευδομαρτυρίαν κατά τοῦ Ἰησοῦ ὅπως θανατώσωσιν αὐτόν». Αὐτό εἶναι φοβερό καί δέν ἔγινε μόνον τότε μέ τόν Χριστό. Καί ἄλλες φορές γίνεται αὐτό. Δηλαδή βάζουν ὡς σκοπό ὅτι πρέπει νά βροῦν τρόπο νά τόν θανατώσουν. Δέν ἐξετάζουν τά πράγματα ὥστε, ἄν ὁδηγήσουν στό συμπέρασμα ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄξιος γιά θάνατο, νά ἐνεργήσουν, ἀλλά ἐκ τῶν προτέρων εἶναι ἀποφασισμένοι νά τόν θανατώσουν. Πρέπει νά θανατωθεῖ καί ἑπομένως πρέπει νά βροῦν μαρτυρίες.
«Ἐζήτουν λοιπόν ψευδομαρτυρίαν κατά τοῦ Ἰησοῦ ὅπως θανατώσωσιν αὐτόν καί οὐχ εὗρον· καί πολλῶν ψευδομαρτύρων προσελθόντων οὐχ εὗρον κλπ.». Εἶπαν μία ψευδομαρτυρία. «Καί ἀναστάς ὁ ἀρχιερεύς εἶπεν αὐτῷ· Οὐδέν ἀποκρίνει; Τί οὗτοί σου καταμαρτυροῦσι;» Δέν ἀπαντᾶς τίποτε; _γιατί ὁ Κύριος ἐσιώπα. Τί εἶναι αὐτά πού λένε αὐτοί ἐδῶ; Ἀληθεύουν; «Ὁ δέ Ἰησοῦς ἐσιώπα». Νά τό προσέξουμε αὐτό· καί ἄλλες φορές ὁ Κύριος ἐσιώπα ἤ ἔλεγε μιά φράση καί ἐννοοῦσε μ᾿ αὐτή ῾῾ἔ, δέν χρειάζεται νά συνεχίσουμε, δέν συνεννοούμεθα᾿᾿. Μ᾿ αὐτή τήν ἔννοια σιωπᾶ· τί νά τούς πεῖ, ἐφόσον αὐτοί ἐκ τῶν προτέρων εἶναι ἀποφασισμένοι νά τόν θανατώσουν, φέρνουν ψευδομάρτυρες καί προσκομίζουν ψευδομαρτυρίες, τί νά μιλήσει καί τί νά πεῖ. «Ὁ δέ Ἰησοῦς ἐσιώπα».

Ἡ ἔννοια τῶν φράσεων· «Ὁ δέ Ἰησοῦς ἐσιώπα» καί «ἱκανόν ἐστι»
Μόλις χθές τό ἀκούσαμε, πού ὁ Κύριος εἶπε στούς μαθητές του ὅτι τώρα εἶναι καιρός νά ἀγοράσει ὁ καθένας καί τοῦτο καί κεῖνο καί μάχαιρα. Καί οἱ μαθητές χωρίς νά καταλάβουν τί ἀκριβῶς ἔλεγε ὁ Κύριος, «νά, ἔχουμε ἐδῶ δυό μαχαίρια»2 τοῦ λένε. Καί ὁ Κύριος ἀπήντησε «ἱκανόν ἐστι» πού σημαίνει ὄχι ὅτι φτάνουν. Δέν ἤθελε μαχαίρια ὁ Κύριος. Ἀπόψε τό βλέπουμε ἐδῶ ὅτι κάνει παρατήρηση στόν Πέτρο καί τοῦ λέει «βάλε τήν μάχαιρά σου στή θήκη· ἐκεῖνος πού ἔδωσε μάχαιρα, μάχαιρα θά λάβει». Λοιπόν δέν ἐνεργοῦσε ἔτσι ὁ Κύριος, ἐπειδή δέν κατάλαβαν οἱ μαθηταί τί μαχαίρια ἐννοοῦσε καί τοῦ ᾿φεραν τά συνηθισμένα μαχαίρια, ἀλλά μέ τήν ἔννοια «Φτάνει, φτάνει, μή συνεχίσουμε τήν συζήτηση, δέν συνεννοούμεθα».
«Ὁ δέ Ἰησοῦς ἐσιώπα. Καί ἀποκριθείς ὁ ἀρχιερεύς εἶπεν αὐτῷ· ἐξορκίζω σε κατά τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ἵνα ἡμῖν εἴπῃς εἰ σύ εἶ ὁ Χριστός ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· σύ εἶπας». Δηλαδή ὁ Κύριος ἐδῶ δέχεται ὅτι εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. «Σύ εἶπας»· Ὅπως τό λές.
Ἔρχονται καί λένε τά δικά τους εἴτε οἱ παλιοί αἱρετικοί εἴτε σήμερα οἱ μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ. Ἄν ὁ Χριστός δέν ἦταν ὄντως ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας δηλαδή ὁ κεχρισμένος καί δέν ἦταν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ὁμοούσιος μέ τόν Θεό, θά διερρήγνυε τρόπον τινά ἐδῶ τά ἱμάτιά του. Καί ὅταν τοῦ τό εἶπε ὁ ἀρχιερεύς θά ἔλεγε, ῾῾πότε εἶπα ἐγώ ὅτι εἶμαι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ;᾿᾿ Κι ὅμως τό δέχεται αὐτό.
«Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· σύ εἶπας· πλήν λέγω ὑμῖν ἀπ᾿ ἄρτι ὄψεσθε τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου». Υἱός τοῦ Θεοῦ, Υἱός τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τό ἴδιο. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού ἔγινε καί Υἱός ἀνθρώπου, ἔγινε ἄνθρωπος. Καί ὁ ἀρχιερεύς, λέει, «διέρρηξε τά ἱμάτια _ὅταν ἄκουσε κι αὐτά τά λόγια_ λέγων ὅτι ἐβλασφήμησε· τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων; Ἴδε νῦν ἠκούσατε τήν βλασφημίαν αὐτοῦ· τί ὑμῖν δοκεῖ; Οἱ δέ ἀποκριθέντες εἶπον· ἔνοχος θανάτου ἐστί». Τάχα ἔβγαλαν κιόλας τό συμπέρασμα.

«Τότε ἐνέπτυσαν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ καί ἐκολάφισαν αὐτόν, οἱ δέ ἐρράπισαν λέγοντες· προφήτευσον ἡμῖν, Χριστέ, τίς ἐστιν ὁ παίσας σε»
Καί μοῦ κάνει ἐντύπωση _γιά νά ᾿μαι εἰλικρινής, ἀπόψε τό πρόσεξα ἔτσι αὐτό τό σημεῖο ἐδῶ. Δέν ἔγιναν τέτοια πράγματα μόνον ὅταν τόν πῆγαν στό πραιτώριο, πού ἐκεῖ ἀγροῖκοι στρατιῶται τί θά ᾿καμναν, ἀφοῦ τούς παρέδωσε στά χέρια τους ὁ Πιλάτος τόν Ἰησοῦ; Ἄλλο πού δέν ἤθελαν νά παίξουν, νά περιγελάσουν, νά ἐμπτύσουν, νά κτυπήσουν, νά κάνουν ὅ,τι τούς ἐρχόταν κέφι. Ἀλλά αὐτά ἔγιναν ἐδῶ στό σπίτι τοῦ Καϊάφα, στό σπίτι τοῦ ἀρχιερέως. Καί ὅμως ὅλοι αὐτοί, καθώς, ἄς ποῦμε, βγῆκε ἀπόφαση «ἔνοχος θανάτου ἐστί», ὅλοι αὐτοί λοιπόν «ἐνέπτυσαν εἰς τό πρόσωπον», ἄρχισαν νά τόν φτύνουν στό πρόσωπο. Τέτοιοι ἄνθρωποι ῾῾πτύουν᾿᾿ τόν Κύριον.
«Καί ἐκολάφισαν αὐτόν». Ἐκολάφισαν· καί τόν κτύπησαν. Τόν κτύπησαν ἀλύπητα. «Οἱ δέ ἐρράπισαν λέγοντες»· καί ἄλλοι τοῦ ἔδιναν ραπίσματα «λέγοντες· προφήτευσον ἡμῖν, Χριστέ, τίς ἐστιν ὁ παίσας σε;» Εἶναι αὐτό τό παιγνίδι πού φθάνει καί μέχρι τίς ἡμέρες μας, πού δέν βλέπει αὐτός πού τοῦ καταφέρουν ραπίσματα, ἄς ποῦμε, στήν παλάμη ἤ ὅπου ἀλλοῦ καί τόν προκαλοῦν οἱ ἄλλοι ῾῾βρές ποιός εἶν᾿ αὐτός πού σέ κτύπησε᾿᾿. Κάτι τέτοιο ἔκαναν ἐδῶ στόν Χριστό, γι᾿ αὐτό ἀναφέρει χωριστά τούς κολαφισμούς καί χωριστά αὐτά τά ραπίσματα. Οἱ κολαφισμοί εἶναι τό κτύπημα γενικῶς καί τά ραπίσματα εἶναι αὐτοῦ τοῦ εἴδους, πού ἔπαιζαν μαζί του «προφήτευσον ἡμῖν, Χριστέ, τίς ἐστιν ὁ παίσας σε».
Αὐτά ἔγιναν στό σπίτι τοῦ ἀρχιερέως καί ἔγιναν ἀπό ἀνθρώπους τοῦ ἀρχιερέως. Ὁ ἀρχιερεύς ἐδῶ σ᾿ αὐτήν τήν περίπτωση εἶναι αὐτός πού ἐκπροσωπεῖ τόν Θεό πρός τόν λαό καί πού ἐκπροσωπεῖ τόν λαό πρός τόν Θεό καί τελείως-τελείως δέν ἔχει ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς του, δέν ἔχει ἐπίγνωση τῆς θέσεώς του. Ἅμα τυφλωθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἅμα κυριευθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ἁμαρτία, δέν ξέρει τί κάνει. Αὐτό ἔτσι ἀπόψε τό πρόσεξα πρώτη φορά ὅτι ἔγινε. Ὅτι ἔγιναν αὐτά τά πράγματα ἐκεῖνες τίς ἡμέρες ναί, ἀλλά πιό πολύ πήγαινε τό μυαλό μας ὅτι ἔγιναν ἀπό τούς στρατιῶτες· καί ὅμως ἔγιναν καί στό σπίτι τοῦ ἀρχιερέως.

Ἡ ὁδός τοῦ μαρτυρίου συνεχίζεται
Καί μετά λοιπόν τόν ἔφεραν πρωί τήν Μεγάλη Παρασκευή στό πραιτώριο γιά νά τόν δικάσει ὁ Πιλάτος. Διότι αὐτοί δέν εἶχαν δικαίωμα νά τόν δικάσουν σέ θάνατο καί γι᾿ αὐτό τόν πῆγαν στόν Πιλάτο, γιά νά βγάλει τήν τελική ἀπόφαση ὁ Πιλάτος, ὅπως καί ἔκανε, τόν κατεδίκασε στόν διά σταυροῦ θάνατο. Καί ἔγιναν ὅλα ἐκεῖνα στό πραιτώριο καί μπορεῖ ὁ καθένας μέ τήν ἡσυχία του ν᾿ ἀνοίξει τήν ἁγία Γραφή, ν᾿ ἀνοίξει τόν Συνέκδημό του, τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα πού ἔχει, καί νά βρεῖ ὅλες αὐτές τίς περικοπές καί νά τά διαβάσει μέ προσοχή. Ἀλλά καί ὅσοι πηγαίνουμε στούς ἁγίους Τόπους καί ἐπισκεπτόμαστε ἐκεῖ πού ἦταν τό πραιτώριο, ἐκεῖ πού εἶναι ἀκόμη τό λιθόστρωτο τό ἴδιο αὐτό ὅπως ἦταν τότε, πού εἶναι ἡ πύλη ὅπου ἔβγαλε ὁ Πιλάτος τόν Ἰησοῦ καί εἶπε «Ἴδε ὁ ἄνθρωπος», ἀφοῦ τόν εἶχαν κακοποιήσει ὥς ἐκείνη τήν ὥρα.
Καί βγῆκε ἡ ἀπόφαση νά τόν ὁδηγήσουν στόν Κρανίου τόπο, ἔξω τῆς πύλης. Τώρα ὁ χῶρος αὐτός, ὁ τόπος αὐτός, εἶναι μέσα στήν πόλη. Ἀλλά τότε ἐκείνη τήν ἐποχή ἦταν ἀκριβῶς ἔξω ἀπό τά τείχη τῆς πόλεως Ἰερουσαλήμ καί μάλιστα ὑπῆρχε ἐκεῖ πύλη, καί ὑπάρχει καί σήμερα αὐτή ἡ πύλη, ἀπ᾿ ὅπου ἔβγαλαν τόν Ἰησοῦ ἔξω πρός τόν Κρανίου τόπο καί τόν ἐσταύρωσαν.

Ὁ ληστής φωτίζεται καί ἀναγνωρίζει τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ
Καί λένε οἱ εὐαγγελικές περικοπές ἐδῶ μέ λεπτομέρεια αὐτά πού συνέβησαν, πῶς τοῦ ἔδωσαν ὄξος, πῶς τόν ἀνέβασαν στόν Σταυρό, πῶς σταύρωσαν μαζί του καί δυό ληστές. Καί ἀναφέρουν τά Εὐαγγέλια καί τά λόγια πού εἶπε πάνω ἀπό τόν Σταυρό ὁ Κύριος, πού συνεχώρησε τούς σταυρωτές του· ἔλαβε χώρα ἐπίσης τό συνταρακτικό καί συγκλονιστικό γεγονός, πού ἕνας ἐκ τῶν ληστῶν εἶδε αὐτό πού δέν εἶδε κανένας ἐκεῖνες τίς ἡμέρες, ὅτι αὐτός μέ τόν ὁποῖο κι ὁ ἴδιος σταυρώνεται εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Φωτίσθηκε.
Ἅμα δέν ἔρθει τό φῶς τοῦ Θεοῦ μέσα στόν ἄνθρωπο, ἅμα δέν ἔρθει ἡ συναίσθηση κι ἁπλῶς χρησιμοποιεῖ τό μυαλό του, πού εἶναι σκοτισμένο ἀπό τήν ἁμαρτία, δέν καταλαβαίνει τίποτε. Φωτίσθηκε λοιπόν ὁ ληστής καί εἶδε τήν ὅλη ἀλήθεια καί γι᾿ αὐτό καί μάλωσε τόν ἄλλο, τόν συσταυρωθέντα ληστή, πού ὀνείδιζε αὐτός τόν Κύριο. «Δέν φοβᾶσαι _τοῦ λέει_ τόν Θεό πού εἴμαστε ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι;».
Καί ἀξιώθηκε ὁ ληστής αὐτός πού εἶπε τό «μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου», ἀξιώθηκε ν᾿ ἀκούσει αὐτό τό «Ἀμήν λέγω σοι, σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ». Σοῦ λέγω, σήμερα θά εἶσαι μαζί μου στόν παράδεισο.
Παραχάραξη τῆς ἀληθείας ἀπό τούς μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ
Ἐδῶ οἱ μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ μεταθέτουν τό κόμμα μέσα στή φράση. Αὐτοί δέν πιστεύουν ὅτι μόλις πεθάνει κανείς ζεῖ ἡ ψυχή του, ἀλλά τελείωσε, ὁ ἄνθρωπος ἐξαφανίζεται. Καί πῶς θά τό δικαιολογήσουν ἐδῶ, ἀφοῦ ὁ Χριστός λέει στό ληστή ὅτι σήμερα θά εἶσαι μαζί μου στόν Παράδεισο; Καί μετέθεσαν τό κόμμα, καί δέν λένε ὅπως εἶναι· «Ἀμήν λέγω σοι, (κόμμα) σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ», ἀλλά λένε· «Ἀμήν λέγω σοι σήμερον, (κόμμα) μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ». Κάποτε, ἄς ποῦμε.
Καί μέ ἕνα κόμμα πού μεταθέτουν, ὄχι ἁπλῶς χαλᾶνε τό νόημα, ἐντελῶς-ἐντελῶς παραποιοῦν τό ὅλο νόημα. Πιστεύουν, δηλαδή, οἱ μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ ὅτι κάποτε θά γίνει ἀνάσταση, καί μόνον οἱ δικοί τους θά ἀναστηθοῦν. Ἀλλά μετά τόν θάνατο, τελείωσε, ἐξαφανίζεται ὁ ἄνθρωπος. Ἐνῶ ἐδῶ φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ Κύριος ὑπόσχεται στόν ληστή ὅτι σήμερα κιόλας θά ᾿ναι, ὅπως καί ἔγινε. Διότι πέθανε ὁ Κύριος, πέθανε καί ὁ ληστής. Καί μαζί μέ τόν Κύριο πῆγε καί ὁ ληστής στόν παράδεισο καί εἶναι ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος μπῆκε στόν παράδεισο.

Καί ἔχει συνέχεια καί ὅλα τ᾿ ἄλλα. Ὁ Κύριος πέθανε πρίν χρειασθεῖ νά συντρίψουν τά σκέλη· ἔτσι τό οἰκονόμησε ὁ Θεός. Καί δέν χρειάστηκε νά κάνουν καί αὐτήν τή βεβήλωση· ἔφθασαν τά ἄλλα. Ἀλλά στούς ληστές, οἱ ὁποῖοι δέν εἶχαν πεθάνει ἀκόμη, τούς συνέτριψαν τά σκέλη, ἔσπασαν δηλαδή τούς ἁρμούς, τά γόνατα, ὥστε νά μή μπορεῖ νά ἀνασηκωθεῖ ὁ ἐσταυρωμένος, γιά νά πάρει ἀναπνοή καί νά ζήσει. Κρεμόταν κάτω πιά καί πάθαινε ἀσφυξία. Ὁ Κύριος εἶχε πεθάνει πρίν χρειαστεῖ νά γίνει αὐτό. «Καί οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τά σκέλη». Καί ἐξεπληρώθη καί σ᾿ αὐτό τό σημεῖο ἡ προφητεία.

Ὁ Κύριος τελείως ἐγκαταλελειμμένος στά χέρια σκοτισμένων καί ἀγροίκων ἀνθρώπων
Ἀπόψε ὅμως μοῦ ἔκανε ἐντύπωση, ὅπως διαβάσαμε, τό θέμα αὐτό τό μεγάλο· «Τῇ Ἁγίᾳ καί Μεγάλῃ Παρασκευῇ τά ἅγια καί σωτήρια καί φρικτά Πάθη τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιτελοῦμεν· τούς ἐμπτυσμούς, τά ραπίσματα, τά κολαφίσματα». Βλέπετε αὐτά πού ἔπαθε ἐκεῖ στό σπίτι τοῦ ἀρχιερέως, τά βάζουν πρῶτα· «τούς ἐμπτυσμούς, τά ραπίσματα, τά κολαφίσματα». Καί ὕστερα ὅλα τά ἄλλα εἶναι πού ἔγιναν ἀπό τούς στρατιῶτες.
Καί ὁ Χριστός, ὅπως εἴπαμε, δέν ἀφέθηκε ἁπλῶς νά σταυρωθεῖ, ἀλλά ἀφέθηκε καί σ᾿ ὅλα αὐτά, τελείως-τελείως ἐγκαταλελειμμένος· ἐνῶ μποροῦσε νά μήν ἐγκαταλειφθεῖ. Ἄλλο εἶναι κατανάγκην νά δέχεσαι κάποια πράγματα, καί ἄλλο εἶναι νά μπορεῖς νά τ᾿ ἀποφύγεις καί νά μήν τ᾿ ἀποφεύγεις. Πρῶτος ὁ Κύριος τό κάνει αὐτό, καί ἔπειτα ἔχουμε τούς μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι μποροῦν, ἄς ποῦμε, κάποια στιγμή νά ποῦν, ῾῾ἀρνοῦμαι τόν Χριστό᾿᾿ καί νά γλυτώσουν ἀπ᾿ ὅλα τά βασανιστήρια, κι ὅμως δέν τό κάνουν. Ἐδῶ ὁ Κύριος παραδίδεται ἑκουσίως.
Τί ἐξουθένωση! Μοῦ ᾿κανε τρομερή ἐντύπωση ἀπόψε. Τί ἐξουθένωση! Γιατί ὅλα αὐτά, καί πάνω στόν Σταυρό τά λόγια πού λέει ὁ Κύριος καί τ᾿ ἀκούσαμε ἀπόψε, «Ἠλί Ἠλί, λαμά σαβαχθανί· Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί με ἐγκατέλιπες;» _καί δέν εἶναι κάποια λόγια πού τά ἔβγαλε ἐκείνη τήν ὥρα ὁ Χριστός, εἶναι ἡ ἀρχή ἑνός ψαλμοῦ3, καί μᾶλλον ὁ Χριστός δέν θά εἶπε τή συνέχεια τοῦ ψαλμοῦ καί θά εἶπε μόνο τόν πρῶτο στίχο· «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί με ἐγκατέλιπες». Ἀπό τήν ἀνθρώπινη πλευρά βλέπουμε, λοιπόν, ὁ Κύριος νά εἶναι ἐντελῶς ἀφημένος στούς ἀγροίκους ἀνθρώπους, στούς σκοτισμένους ἀνθρώπους, στούς ἔχοντας μίσος καί φθόνο ἀνθρώπους, νά τόν κάνουν ὅ,τι θέλουν.
Τί ἐγκατάλειψη! Τί περιφρόνηση! Τί ἐξουθένωση καί ἐξουδένωση! Ἀλλά καί ἀπό τήν πλευρά τοῦ Θεοῦ. Δέν τό λέγει ἔτσι τυχαῖα ὁ Χριστός, «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί με ἐγκατέλιπες». Κι ἀπό κεῖ λοιπόν ὁ Χριστός ἐγκαταλείπεται ὡς ἄνθρωπος ἐπάνω στόν Σταυρό, καθώς εἶναι φορτωμένος τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων, ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὅλων τῶν αἰώνων. Καί τρόπον τινά ὁ Θεός ἀποσύρει τό πρόσωπό του ἀπό τόν Υἱό του τόν ἀγαπητό, καθώς οἱ ἁμαρτίες εἶναι ὅ,τι βδελυκτόν καί ἀηδές.

Μή φοβηθοῦμε τήν ἐξουθένωση, μαζί ὅμως μέ τόν Κύριο
Ὅλα αὐτά νομίζω σημαίνουν ὅτι εἶναι μεγάλο κακό, πολύ μεγάλο κακό ἡ ἁμαρτία, καί πρέπει κανείς κατά κάποιο τρόπο νά τό συνειδητοποιήσει αὐτό τό κακό. Καί ἔρχεται ὁ Χριστός καί γίνεται παράδειγμα γιά ὅλους μας. Νά ἐξουθενωθεῖ κανείς ἀπό πάσης πλευρᾶς· ἔτσι τελείως-τελείως νά ἐγκαταλειφθεῖ καί ἀπ᾿ ἀνθρώπους καί ἀπό Θεό.
Ὁ ἄνθρωπος ὅταν νιώσει τήν ἁμαρτωλότητά του, ὅταν ἔρθει σέ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλῆς καταστάσεώς του, θέλει δέν θέλει ἔτσι θά νιώσει. Θά νιώσει ὅτι, τί εἶναι; Ἕνα βδέλυγμα μπροστά στούς ἀνθρώπους. Τί εἶναι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Τί εἶναι; Εἶναι ἕνα πλάσμα πού ὁ Θεός πρέπει νά τό ἀπορρίψει, νά τό πετάξει πέρα. Ὁ Κύριος τό ἔκανε αὐτό, τό ἔζησε αὐτό γιά λογαριασμό μας, ἀλλά καί μέ τήν ἔννοια ὅτι λίγο πολύ ὅλοι θά περάσουμε ἀπ᾿ αὐτό, μαζί Του ὅμως, μαζί Του. Ἀλλιῶς δέν τά βγάζει πέρα κανείς. Οὔτε τό ἀντέχει μόνος του κανείς, οὔτε καί ἔχει ἀξία, ἄν δέν εἶσαι μαζί μέ τόν Χριστό. Ἀλλά ὅμως πρέπει νά περάσει κανείς ἀπ᾿ αὐτήν τήν ἀλήθεια.
Νά συνειδητοποιήσει τί κακό μεγάλο εἶναι ἡ ἁμαρτία, καί πόσο, ἄς ποῦμε, λίγο πολύ, θά νιώσει κανείς μέσα του αὐτήν τήν ἐξουθένωση, ὅτι δικαίως ἐξουθενώνεται, δικαίως πάσχει, δικαίως ἐγκαταλείπεται καί ἀπ᾿ τόν Θεό ἀκόμη. Ἀλλά ἔχουμε ὅμως τόν Χριστό, ὁ ὁποῖος τά πέρασε ὅλα αὐτά, τά πέρασε, ἔφθασε στόν θάνατο, ἔφθασε στόν τάφο, πῆγε στόν Ἅδη, ἀνέστη. Καί μαζί μέ τόν Χριστό κι ἐμεῖς φθάνουμε ἐκεῖ, ἀλλά νά εἴμαστε μαζί μέ τόν Χριστό. Καί θά φθάσουμε ὄντως μαζί μέ τόν Χριστό στήν ἀνάσταση, ἄν τή νιώσουμε ἔτσι τήν ἁμαρτία, τή ζήσουμε ἔτσι τήν ἁμαρτία, ταπεινωθοῦμε ἔτσι, ἐξουθενωθοῦμε ἔτσι. Μή φοβηθοῦμε νά νιώσουμε αὐτή τήν πλήρη ἐγκατάλειψη ἀπό παντοῦ, ἀλλά πιασμένοι ὅμως μέ τόν πάσχοντα Κύριο, γιά νά φθάσουμε ἀκριβῶς στόν ἀναστάντα Κύριο, νά ἀναστηθοῦμε καί ἐμεῖς μαζί του.
Πολλά μποροῦμε νά ποῦμε, ἀλλά νομίζω εἶναι ἀρκετά αὐτά, νά μή σᾶς κουράζουμε περισσότερο, καί λαμβάνοντας ὑπόψιν αὐτά, καθώς τά ἔχουμε ὑπόψιν μας ὅλοι καί μέσα στή ψυχή μας καί στή καρδιά μας καί στό νοῦ μας, καί αὐτά πού ἀκούσαμε ἀπόψε καί αὐτά πού ἀκούσαμε ὅλες αὐτές τίς ἡμέρες, αὐτά πού ζοῦμε ὅλες τίς ἡμέρες, νά βοηθηθοῦμε, ὅπως εἴπαμε ἀπ᾿ τήν ἀρχή, ὄντως φέτος, ὄντως νά ζήσουμε μέ τόν πάσχοντα Κύριο. Ἔτσι μέ τήν ἔννοια, ὅτι θά θανατωθεῖ καί ὁ δικός μας παλαιός ἄνθρωπος μέ τόν Κύριο, θά θανατωθεῖ ἡ ἁμαρτία μέσα μας, θά θανατωθοῦν τά πάθη μέσα μας καί θά φθάσουμε στήν ἀνάσταση, στήν λαμπροφόρο ἀνάσταση.
Πού δέν εἶναι ἕνα ἐξωτερικό γεγονός, ἁπλῶς ἕνα θέαμα, εἶναι μιά συγκλονιστική πραγματικότητα, πού γίνεται μέσα στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, καί πού πρέπει νά γίνει ἐνόσω εἴμαστε σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο, γιά νά εἴμαστε αἰώνια ἀναστημένοι μέ τόν Κύριο στήν αἰώνια Ζωή.